Πεσκέσι

Το πεσκέσι (τουρκ. Λέγεται όμως πολλές φορές και σκωπτικά: του πήγε πεσκέσι ή του ΄ρθε πεσκέσι ή του ΄δωσε τη κλήση πεσκέσι . .

peşkeş) είναι τούρκικη λέξη που σημαίνει δώρο, συνήθως γλυκά ή πιοτό. Η λέξη αυτή έχει περάσει στις δημώδεις ελληνικές εκφράσεις με σημασία του απροσδόκητου και του ανέλπιστου.
 
?>